Διαβάστε επίσης
Joomla Templates and Joomla Extensions by JoomlaVision.Com

facebook_icon

Σύνδεση στο forum



climax

Αναζήτηση
Χρήστες
Έχουμε 83 επισκέπτες συνδεδεμένους
Αρχική Κατάθλιψη Αιτιολογία

Όπως και με κάθε ασθένεια, είναι φυσικό να αναρωτιέστε σχετικά με την αιτία που την προκαλεί. Η κατάθλιψη αποτελεί μια πολύπλοκη διαταραχή για την οποία δεν υπάρχουν απλές απαντήσεις. Οι ακριβείς αιτίες είναι ακόμη υπό μελέτη. Οι επιστήμονες όμως έχουν αναγνωρίσει ορισμένους παράγοντες ευαλωτότητας και επικινδυνότητας εμφάνισης της κατάθλιψης.

 Όπως και για κάθε πολύπλοκη διαταραχή είτε οργανική είτε ψυχιατρική, ο σύγχρονος επιστημονικός τρόπος σκέψης υποστηρίζει την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ α) της εξωτερικής πραγματικότητας (του κόσμου στον οποίο ζούμε), β) του τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε και νοηματοδοτούμε τα πράγματα και γ) του σώματος μας. Έτσι, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η κατάθλιψη δεν οφείλεται σε έναν και μόνο κάθε φορά παράγοντα αλλά σε ένα συνδυασμό παραγόντων: στην αλληλεπίδραση οργανικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Η κατανόηση αυτής της αλληλεπίδρασης έχει καθοριστική σημασία και για την αποτελεσματική θεραπεία.

 

Συνοπτικά τα πιθανά αίτια της κατάθλιψης, είναι τα εξής:

Α) Παράγοντες που αυξάνουν την ευαλωτότητα στην κατάθλιψη:

- γενετική προδιάθεση, κληρονομικότητα

- ψυχολογικές εμπειρίες, οικογενειακοί παράγοντες και ψυχοπιεστικές καταστάσεις στην παιδική ηλικία

- αρνητικός τρόπος σκέψης

- παθητικός τρόπος συμπεριφοράς/αντίδρασης στις αντιξοότητες

- φύλο (οι γυναίκες έχουν διπλάσιες πιθανότητες να διαγνωστούν με κατάθλιψη)

- παρατεταμένο στρες

- χρόνια σωματική νόσος (παθήσεις που προκαλούν αναπηρία)

- απουσία ηλιοφάνειας

- κακή διατροφή

 

Β) Παράγοντες που μπορεί να πυροδοτήσουν την κατάθλιψη (εκλυτικοί παράγοντες):

- στρεσογόνα γεγονότα, ψυχοπιεστικές καταστάσεις της ενήλικης ζωής

- σωματική νόσος

- χρήση ουσιών

- συνταγογραφούμενα φάρμακα

 

Παρακάτω, θα βρείτε αναλυτικές πληροφορίες για κάθε ένα από τους παράγοντες που θεωρείται ότι συμμετέχουν στην εμφάνιση της κατάθλιψης. 

 

Α) ΓΕΝΕΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (κληρονομικότητα, βιολογική προδιάθεση)

Η συμβολή των γενετικών παραγόντων στην Καταθλιπτική Διαταραχή φαίνεται από τα αποτελέσματα μελετών σε οικογένειες, σε διδύμους και σε υιοθετημένα άτομα. Οι επιδημιολογικές αυτές μελέτες έδειξαν ότι ο κίνδυνος νόσησης (η πιθανότητα δηλαδή να νοσήσει κάποιος) από κατάθλιψη είναι: Για τους συγγενείς πρώτου βαθμού (γονείς, αδέλφια, παιδιά) ασθενών με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή, περίπου τριπλάσιος από το γενικό πληθυσμό. Για τους συγγενείς δευτέρου βαθμού (παππούδες, εγγόνια, θείοι, ανίψια, ετεροθαλή αδέλφια) διπλάσιος από το γενικό πληθυσμό. Για τους συγγενείς τρίτου βαθμού (πρώτα ξαδέλφια) ελαφρώς αυξημένος σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Τέλος, η συχνότητα της Δυσθυμικής Διαταραχής είναι μεγαλύτερη στους συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή.

Η επικρατέστερη, σήμερα, άποψη είναι ότι κληρονομείται μια ευαισθησία (ευαλωτότητα) για τη νόσο, η οποία θα εκδηλωθεί εάν επιδράσουν και άλλοι παράγοντες (ψυχολογικοί, βιολογικοί, κοινωνικοί).

Μέχρι στιγμής, οι μελέτες δεν έχουν βρει συγκεκριμένα γονίδια που να αυξάνουν τον κίνδυνο της κατάθλιψης. Καθώς η έρευνα συνεχίζεται, γίνεται σαφές ότι είναι μάλλον απίθανο να ευθύνεται μόνο ένα γονίδιο. Το πιθανότερο είναι ότι εμπλέκονται πολλά. Τέτοιου είδους έρευνες θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε καλύτερη διάγνωση και θεραπεία.

 

Β) ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

1. ΝΕΥΡΟΧΗΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Από τη δεκαετία του '50, ήδη, έχουν προκύψει από ερευνητικά δεδομένα ισχυρές ενδείξεις, που κατοχυρώνουν το ρόλο ουσιών, των νευροδιαβιβαστών, στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης.

Λίγα λόγια για τον εγκέφαλο και τον ρόλο των νευροδιαβιβαστών:

Γενικά:

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το πιο πολύπλοκο, πολυσύνθετο "κέντρο επικοινωνιακών συνδέσεων" στον κόσμο. Δέκα εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα μεταδίδουν δισεκατομμύρια μηνύματα κάθε δευτερόλεπτο. Κι αυτό συμβαίνει συνεχώς και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Αυτά τα δισεκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα (νευρώνες) δεν έχουν άμεση επαφή το ένα με το άλλο. Γι' αυτό επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τους νευροδιαβιβαστές.

Λειτουργία:

Οι νευροδιαβιβαστές είναι χημικές ουσίες, οι οποίες απελευθερώνονται από ένα κύτταρο στο χώρο μεταξύ αυτού και του αμέσως επόμενου κυττάρου. Αυτό το δεύτερο κύτταρο έχει υποδοχείς (θέσεις) που μπορούν να προσλάβουν αυτές τις χημικές ουσίες (νευροδιαβιβαστές) και να ανταποκριθούν.

Ο κάθε νευροδιαβιβαστής έχει έναν συγκεκριμένο υποδοχέα. Μοιάζουν με το κλειδί και τη κλειδαριά. Ο νευροδιαβιβαστής (κλειδί) θα ταιριάξει μόνο στο δικό του υποδοχέα (κλειδαριά). Κι αυτό το συγκεκριμένο ταίριασμα προκαλεί πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί νευροδιαβιβαστές και αντίστοιχοι υποδοχείς, και η αλληλεπίδραση αυτών διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων.

Όταν η ισορροπία των νευροδιαβιβαστών και υποδοχέων είναι φυσιολογική, οι λειτουργίες του εγκεφάλου είναι φυσιολογικές. Τείνουμε να αισθανόμαστε καλά. Έχουμε ελπίδα, σκοπό και γνώση του πού οδεύουμε, τείνουμε να έχουμε μια αίσθηση ευεξίας, αυτοπεποίθησης και ασφάλειας. Όταν η ισορροπία χαθεί, ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί φυσιολογικά και θεωρούμε ότι με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται η κατάθλιψη.

 

Τρεις είναι οι νευροδιαβιβαστές που μελετώνται περισσότερο σε σχέση με την κατάθλιψη: η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και η ντοπαμίνη: έχει διαπιστωθεί ότι στην κατάθλιψη τα νευροδιαβιβαστικά αυτά συστήματα υπολειτουργούν. Ο μηχανισμός δράσης, άλλωστε, των περισσότερων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τα οποία δρουν ενισχύοντας την νευροδιαβίβαση που επιτελείται μέσω της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, έρχεται να συμφωνήσει με την υπόθεση αυτή. Τα επίπεδα της νοραδρεναλίνης και της σεροτονίνης, καθώς και η μεταξύ τους ισορροπία, παίζουν ρόλο στον τρόπο που αντιδράμε στα καθημερινά γεγονότα, όπως το να αισθανόμαστε χαρούμενοι όταν βλέπουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο ή να κλαίμε όταν βλέπουμε μια συγκινητική ταινία. Φυσιολογικά, ο εγκέφαλος μας προσαρμόζεται έτσι ώστε το συναίσθημα μας να ταιριάζει με την περίσταση. Όταν όμως έχουμε κατάθλιψη, τα επίπεδα αυτών των νευροδιαβιβαστών μπορεί να είναι εκτός συγχρονισμού: μπορεί δηλαδή να "κολλήσουν" στην δυστυχισμένη διάθεση και να μείνουν εκεί. Έτσι, αισθανόμαστε λυπημένοι όλη μέρα, ακόμα κι όταν κάνουμε δραστηριότητες που συνηθίζαμε να απολαμβάνουμε στο παρελθόν.

 

2. ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (ΟΡΜΟΝΕΣ)

Η σχέση ορμονών και κατάθλιψης έχει επισημανθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η αύξηση ή μείωση συγκεκριμένων ορμονών μπορεί να επηρεάσει τη φυσική χημεία του εγκεφάλου και να οδηγήσει στην κατάθλιψη.

Οι ενδείξεις για συμμετοχή ορμονικών παραγόντων στην παθογένεση της κατάθλιψης προκύπτουν από διαπιστώσεις, όπως ότι πολλές ορμονικές διαταραχές συνοδεύονται από κατάθλιψη με συχνότητα μεγαλύτερη από την αναμενόμενη (π.χ. υποθυρεοειδισμός, νόσος Cushing, νόσος Addison).

Επίσης, ορμονικές μεταβολές που συμβαίνουν πριν την έμμηνο ρύση, μετά την εμμηνόπαυση και κατά την λοχεία, συχνά συνοδεύονται από κατάθλιψη. Όλες αυτές είναι περίοδοι κατά τις οποίες μειώνονται τα επίπεδα των οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα είναι οι γεννητικές θηλυκές ορμόνες και επηρεάζουν σχεδόν τα πάντα, από την σεξουαλική επιθυμία μέχρι την μνήμη, μεταβάλλοντας την δραστηριότητα των νευροδιαβιβαστών. Τα τελευταία χρόνια έρευνες έχουν εστιάσει και στην αντίστοιχη αρσενική γεννητική ορμόνη (τεστοστερόνη) και την σχέση της με την κατάθλιψη, ειδικά στους άντρες μετά τα 40. Τα επίπεδα της τεστοστερόνης φτάνουν στο απόγειο τους στην ηλικία των 20 ετών και στη συνέχεια αρχίζουν να μειώνονται σταδιακά. Η μείωση γίνεται πιο έντονη μετά τα 50. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν κάποιες ενδείξεις για την σχέση επιπέδων τεστοστερόνης και κατάθλιψης σε ορισμένους άντρες.

Σε γενικές γραμμές, παρόλο που κάποια σύνδεση ανάμεσα στις γεννητικές ορμόνες και την κατάθλιψη θεωρείται σίγουρη, δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητή.

Τέλος, διερευνάται η σχέση της κατάθλιψης με τις "ορμόνες του στρες" (κορτιζόλη και άλλες). Ενδέχεται τα άτομα με κατάθλιψη να έχουν αυξημένη δραστηριότητα στο ορμονικό σύστημα που ρυθμίζει την αντίδραση του σώματος στο στρες. Η αύξηση της κορτιζόλης και των άλλων ορμονών του στρες (ειδικά κατά το χρόνιο στρες ή ένα επεισόδιο έντονου στρες) ίσως επηρεάζει τη φυσική χημεία του εγκεφάλου αυξάνοντας τον κίνδυνο κατάθλιψης. Βέβαια, τέτοιες συνδέσεις έχουν βρεθεί και με άλλες ψυχιατρικές παθήσεις και όχι μόνο με την κατάθλιψη.

 

3. ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Ένα σοβαρό σωματικό νόσημα είναι φυσικό να συμβάλλει στην κατάθλιψη, δρώντας ως μη ειδικός στρεσογόνος παράγοντας. Το σοκ της ανακάλυψης του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της αυτοπεποίθησης ή στη βίαιη συνειδητοποίηση της θνητότητας. Υπάρχουν όμως ορισμένα νοσήματα που σχετίζονται πιο στενά με την κατάθλιψη, όπως η νόσος του Parkinson, η επιληψία, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, οι όγκοι που επηρεάζουν τη λειτουργία περιοχών του εγκεφάλου οι οποίες ρυθμίζουν το συναίσθημα. Ορισμένες από αυτές τις παθήσεις επηρεάζουν επίσης την εικόνα του σώματος του ασθενή και αυξάνουν την αίσθηση της ανημπόριας λόγω της πρόκλησης σωματικής αναπηρίας. Επίσης, λοιμώδη και αυτοάνοσα νοσήματα (πνευμονία, λοιμώδη μονοπυρήνωση, φυματίωση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, AIDS), αναιμίες καθώς και όγκοι του γαστρεντερικού (π.χ. καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος) εκδηλώνονται επίσης με καταθλιπτικά συμπτώματα. Δεν είναι σαφής ο τρόπος που ιογενείς παθήσεις συνδέονται με την κατάθλιψη. Μια υπόθεση υποστηρίζει ότι οι ιοί καταναλώνουν τα αποθέματα βιταμινών του σώματος, εξασθενίζοντας το.

Συνοπτικά, τα σωματικά νοσήματα είναι δυνατόν να προκαλέσουν συμπτώματα κατάθλιψης μέσω 2 μηχανισμών:

α) η καταθλιπτική διάθεση παρουσιάζεται σαν απάντηση στο στρες του να έχει κανείς μια γενική ιατρική κατάσταση

β) η καταθλιπτική διάθεση οφείλεται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της ιατρικής κατάστασης. Με άλλα λόγια, η ιατρική κατάσταση είναι η αιτία των συμπτωμάτων μέσα από κάποιο φυσιολογικό μηχανισμό (δείτε επίσης εδώ

 

4. ΧΡΗΣΗ/ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ

Αρκετές εξαρτησιογόνες ουσίες (ιδιαίτερα η κοκαΐνη και το αλκοόλ) καθώς και η μακροχρόνια χρήση κάποιων φαρμάκων (π.χ. αντιφλεγμονώδη, αναλγητικά, αντιυπερτασικά, κυτταροστατικά, ορμόνες και νευρολογικά) μπορεί να προκαλέσουν δευτερογενώς κατάθλιψη. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και επηρεάζουν την λειτουργία εκείνων των περιοχών του εγκεφάλου που ρυθμίζει το συναίσθημα. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν πρέπει να σταματήσετε τη λήψη οποιουδήποτε από τα προαναφερόμενα φάρμακα χωρίς να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας! Δεν προκαλούν πάντοτε κατάθλιψη και επιπλέον η διακοπή του φαρμάκου μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη από την κατάθλιψη!

 

 

Γ) ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

1. ΣΤΡΕΣΟΓΟΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ- ΨΥΧΟΠΙΕΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΗΛΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Τα στρεσογόνα γεγονότα ζωής και οι τρέχουσες εξωτερικές συνθήκες που συνοδεύονται από υπερβολική ένταση είναι δυνατόν να δράσουν ως εκλυτικοί παράγοντες, να πυροδοτήσουν δηλαδή κατάθλιψη σε άτομα που έχουν ήδη την προδιάθεση. Χρόνιες ψυχοπιεστικές καταστάσεις και στρεσογόνα γεγονότα μπορούν να είναι αυτά που εκλαμβάνονται από το άτομο ως απειλητικά και επικίνδυνα, εκείνα που συνδέονται με απώλειες (π.χ. χωρισμός) και εκείνα που αποτυπώνουν δυσαρμονία στις σχέσεις με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του.

Αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης:

Ø      Συναισθηματικά δυσάρεστη ή γεμάτη συγκρούσεις σχέση 

Ø      Διαζύγιο που προκαλεί στρες

Ø      Δυσάρεστο ή αγχώδες περιβάλλον εργασίας 

Ø      Παρατεταμένη ανεργία 

Ø      Μοναξιά

Ο παράγοντας μοναξιά είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Ένα άτομο διατρέχει το μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης αν δεν έχει ένα (ή περισσότερα) άτομο στη ζωή του με το οποίο να νιώθει πολύ κοντά και στο οποίο να μπορεί να μιλήσει για τα πάντα. Οι επιφανειακές γνωριμίες (ακόμη κι αν είναι πολλές) δεν μπορούν να αντικαταστήσουν αυτήν την κοντινή σχέση εμπιστοσύνης και υποστήριξης.

Επίσης, το μετατραυματικό στρες μπορεί να πυροδοτήσει κατάθλιψη. Με τον όρο μετατραυματικό στρες εννοούμε το στρες που προκύπτει από την εμπειρία ενός τραυματικού γεγονότος, όπως ο βιασμός, ένα σοβαρό δυστύχημα, οι φυσικές καταστροφές, ο πόλεμος κ.ά. Τα άτομα με μετατραυματικό στρες "ξαναζούν" την επώδυνη εμπειρία, έχουν προβλήματα με τον ύπνο και επίμονους έντονους εφιάλτες, έχουν υπερβολικά αντανακλαστικά φόβου, παρουσιάζουν συναισθηματικά ξεσπάσματα, προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης καθώς και καταθλιπτική διάθεση.

 

2. ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΠΙΕΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Από ερευνητικά δεδομένα προκύπτει ότι η σχέση με τους γονείς κατά την παιδική ηλικία παίζει μεγάλο ρόλο για τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή.

Συνθήκες κατά την παιδική ηλικία που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης, είναι:

Ø      Η στέρηση των γονέων (π.χ. απώλεια ενός γονέα λόγω θανάτου)

Ø      "Ψυχρή", σκληρή και ελεγκτική ανατροφή: Οι ενήλικες που έχουν εμφανίσει κατάθλιψη μιλούν περίπου 10 φορές πιο συχνά για ψυχρή ανατροφή σε σύγκριση με άτομα που δεν έχουν κατάθλιψη. Είναι λογικό να σκεφθούμε ότι τα άτομα που υποφέρουν από κατάθλιψη ανακαλούν την σχέση με τους γονείς τους ως ψυχρή, καθώς ο τρόπος σκέψης τους είναι αρνητικά επηρεασμένος από την κατάθλιψη. Οι μελέτες, όμως, έχουν δείξει ότι έχουν την ίδια ανάμνηση και περιγράφουν την ανατροφή τους με τον ίδιο τρόπο ακόμα και μετά την ανάρρωσή τους. Ακόμα και όσοι μάρτυρες μπορούν να δώσουν  στοιχεία γι΄αυτό, περιγράφουν την ανατροφή αυτών των ατόμων με τον ίδιο τρόπο.

Ø      Έκθεση σε σωματική ή φυσική βία, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση

Ø      Συγκρουσιακές ενδοοικογενειακές σχέσεις

Ø      Γονείς που χρησιμοποιούσαν τα αισθήματα ντροπής ως μέσο ανατροφής

Ø      Γονείς που έδειχναν ανοιχτά την προτίμησή τους σε άλλα αδέρφια 

Ø      Γονείς που υπήρξαν αδικαιολόγητα απαιτητικοί, για παράδειγμα αναφορικά προς τις σχολικές επιδόσεις (επικριτικοί γονείς που θεωρούν δεδομένη κάθε επιτυχία αλλά είναι σκληροί στην αποτυχία).

Ø      Αλκοολικοί γονείς

 

Οι επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν την σύνδεση μεταξύ των "τραυμάτων" του παρελθόντος και την κατάθλιψη. Από την μία μεριά, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το ανθρώπινο σώμα στον κίνδυνο και το στρες: Όταν αντιμετωπίζουμε ένα πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο, στο σώμα μας εκκρίνονται ορμόνες που το κάνουν να μπει σε φάση μεγάλης έντασης προκειμένου να "ξυπνήσει" και να ανταπεξέλθει στον κίνδυνο. Αυτές οι αλλαγές στην έκκριση των ορμονών, ειδικά όταν είναι μακροχρόνιες, επηρεάζουν την δραστηριότητα του εγκεφάλου. Από την άλλη μεριά, η αντιμετώπιση του στρες είναι μια ικανότητα που μαθαίνεται μέσα από τις εμπειρίες ήδη από την παιδική ηλικία. Όταν ένα παιδί δεν έχει μάθει πώς να αντιμετωπίζει τα προβλήματα με υγιείς και αποτελεσματικούς τρόπους, ίσως να μην μπορέσει να αντιμετωπίσει επαρκώς το στρες και ως ενήλικας.

 

Κείμενο: Αγγελική Μενεδιάτου, Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας, Ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του ΔΣ του ΜΑΖΙ.