Διαβάστε επίσης
Joomla Templates and Joomla Extensions by JoomlaVision.Com

facebook_icon

Σύνδεση στο forum



climax

Αναζήτηση
Χρήστες
Έχουμε 50 επισκέπτες συνδεδεμένους
Αρχική Κατάθλιψη Φαρμακευτική αγωγή
Ευρετήριο Άρθρων
Κατάθλιψη και φαρμακευτική αγωγή
Πως λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά
Οδηγίες χρήσης αντικαταθλιπτικών (γενικά)
Παρενέργειες αντικαταθλιπτικών (γενικά)
Αποτελεσματικότητα αντικαταθλιπτικών (γενικά)
Είδη αντικαταθλιπτικών
Άλλα φάρμακα που ενδέχεται να χορηγηθούν
Όλες οι σελίδες

 

 

 

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΩΝ (ΓΕΝΙΚΑ)

Η κύρια ένδειξη των αντικαταθλιπτικών είναι η μείζων κατάθλιψη, μονοπολική ή διπολική. Τα αντικαταθλιπτικά έχουν 60% - 80% επιτυχία στην ανακούφιση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης. Είναι λιγότερο αποτελεσματικά στη δυσθυμική διαταραχή και στις διαταραχές προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση.

Η θεραπευτική δράση των αντικαταθλιπτικών είναι εμφανής μετά την πάροδο τουλάχιστον 2 εβδομάδων: έχουν πιο αργή δράση από τα υπόλοιπα φάρμακα για την αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων. Δεδομένου ότι δεν μπορεί ο γιατρός σας να είναι σίγουρος εκ των προτέρων για το ποιο φάρμακο και σε ποια δοσολογία θα είναι περισσότερο αποτελεσματικό στην δική σας περίπτωση και ενδέχεται συνεπώς να κάνει αλλαγές στην αγωγή σας, χρειάζεται αρκετός χρόνος μέχρι να φανούν τα πρώτα αποτελέσματα. Σπάνια, συμβαίνει κάποιοι άνθρωποι να ξυπνούν ένα πρωί και να νιώθουν πολύ καλύτερα. Είναι συνήθως οι άνθρωποι που περιγράφουν την κατάθλιψη τους σαν ένα μαύρο σύννεφο. Για τους περισσότερους όμως, η βελτίωση συντελείται αργά και δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή (τα συμπτώματα της διαταραχής ύπνου και όρεξης ενδέχεται να είναι τα πρώτα που θα υποχωρήσουν).

Η θεραπεία στοχεύει στην πλήρη ύφεση της κατάθλιψης και όχι απλά στην βελτίωση της εικόνας των συμπτωμάτων του. Γι' αυτό η αγωγή συνεχίζεται και αφότου κάποιος αρχίσει να αισθάνεται φυσιολογικά καθώς η ευεργετική δράση των αντικαταθλιπτικών εδραιώνεται με τον καιρό.

Το 60% έως 80% των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη ανταποκρίνεται σε μία και μόνη φαρμακοθεραπεία, σε επαρκή δόση, διάρκειας τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι θα έχουν τουλάχιστον μια μερική ανταπόκριση. Το 10% -15% των ασθενών δεν βελτιώνονται επαρκώς. Για όσους δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πρώτη φαρμακευτική προσπάθεια, ο συνδυασμός φαρμάκων ή η αλλαγή σε διαφορετικό φάρμακο είναι συχνά αποδοτική. Οι περισσότεροι ασθενείς που είναι ανθεκτικοί στη φαρμακευτική θεραπεία συχνά ανταποκρίνονται στο ECT (ηλεκτροσπασμοθεραπεία). Πολλοί ασθενείς που θεωρούνται ανθιστάμενοι στη φαρμακευτική αγωγή, συχνά δεν την έχουν λάβει σε επαρκή δόση ή διάρκεια. Επίσης, ασθενείς με συνυπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως διαταραχές προσωπικότητας ή ψυχωτικές διαταραχές έχουν χαμηλότερη συχνότητα ανταπόκρισης. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς που πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία ανταποκρίνονται καλύτερα στο ECT ή σε συνδυασμό ενός αντικαταθλιπτικού και ενός αντιψυχωτικού (70%-80%), από ότι αν αντιμετωπιστούν με ένα μόνο από αυτά (30%-50%). Η άτυπη κατάθλιψη (που χαρακτηρίζεται από αναστροφή των ζωτικών συμπτωμάτων όπως αυξημένος ύπνος και όρεξη, ευαισθησία στην απόρριψη και έντονο άγχος) ανταποκρίνεται καλύτερα στους αναστολείς της μονοαμινικής οξειδάσης (ΜΑΟΙs) ή στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) σε σχέση με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs). Οι πιο βαριές καταθλίψεις σε νοσοκομειακούς ασθενείς τείνουν να ανταποκρίνονται καλύτερα στα τρικυκλικά ή σε ουσίες που επηρεάζουν τόσο τη σεροτονίνη όσο και τη νορεπινεφρίνη (π.χ βενλαφαξίνη [Efexor]), σε σχέση με τους SSRIs. Στους εξωνοσοκομειακούς ασθενείς, καμία ομάδα αντικαταθλιπτικών δεν έχει δείξει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα ως προς την αποτελεσματικότητα. Τα αποτελέσματα των περισσότερων αντικαταθλιπτικών θεραπειών εξελίσσονται αργά μέσα σε αρκετές ημέρες ή εβδομάδες. Μία επαρκής θεραπεία θα περιλάμβανε την κατάλληλη δόση για τουλάχιστον 3-6 εβδομάδες. Εάν η ανταπόκριση είναι ανεπαρκής, μπορεί να είναι αποτελεσματική η αλλαγή σε ένα διαφορετικό αντικαταθλιπτικό (μετά από περίοδο διακοπής, αν είναι δυνατόν) ή η ενδυνάμωση του αντικαταθλιπτικού με κάποιον άλλο παράγοντα όπως έναν σταθεροποιητή του συναισθήματος (π.χ. λίθιο), μια θυροειδική ορμόνη (π.χ. λιοθυρονίνη [Τ3]), κάποιο άλλο αντικαταθλιπτικό (π.χ. συνδυασμός SSRI με αναστολέα επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης ή ντοπαμίνης) ή βουσπιρόνη (Bespar, ένας 5-HT1A αγωνιστής). Ασθενείς που παρόλα αυτά δεν ανταποκρίνονται θα πρέπει να επανεκτιμηθούν ως προς την αρχική διάγνωση ή την παρουσία συνοσηρότητας, η οποία θα μπορούσε να επιπλέξει την έκβαση της θεραπείας. Από τη στιγμή που ο ασθενής περιέλθει σε πλήρη ύφεση συνιστάται θεραπεία συντήρησης για τουλάχιστον 6 μήνες ώστε να μειωθεί η πιθανότητα υποτροπής. Όμως, λόγω της ιδιότητας της μείζονος κατάθλιψης να υποτροπιάζει, ενδείκνυται η προληπτική (μακροπρόθεσμη) θεραπεία ειδικότερα σε ασθενείς με περισσότερα από 2 προηγούμενα καταθλιπτικά επεισόδια. Επίσης, η θεραπεία συντήρησης με πλήρη δόση (π.χ. με την ίδια δόση που απαιτείται για την ύφεση ενός οξέος επεισοδίου) παρατηρήθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι αποτελεσματικότερη κατά της υποτροπής από θεραπείες με μικρότερη δόση.

Όσο αποτελεσματικά κι αν είναι, τα αντικαταθλιπτικά δεν μπορούν να σας προστατεύσουν από τις μεταπτώσεις και τις αντιξοότητες της ζωής. Μειώνοντας τα συμπτώματα της κατάθλιψης, σας επαναφέρουν στο σημείο που βρισκόσασταν πριν την εκδήλωση της: εξακολουθείτε να είστε ευάλωτοι στους έντονα στρεσογόνους παράγοντες (απόλυση, ασθένεια, θάνατος αγαπημένου προσώπου κλπ).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πάντα ανατρέχετε στο ενημερωτικό φυλλάδιο ασθενούς του κατασκευαστή που συνοδεύει την συσκευασία του φαρμάκου σας για περισσότερες πληροφορίες και τον πλήρη κατάλογο των ανεπιθύμητων ενεργειών και προφυλάξεων. Αν έχετε οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή απορίες σχετικά με την φαρμακευτική σας αγωγή, μην διστάσετε να ρωτήσετε τον γιατρό σας. Το παρόν ενημερωτικό κείμενο περιέχει μόνο γενικές πληροφορίες και δεν αντικαθιστά την εμπειρία και την κρίση του γιατρού σας, ο οποίος είναι και ο μόνος κατάλληλος και υπεύθυνος για το πλάνο της εξατομικευμένης θεραπευτικής σας αγωγής.

 

Κείμενο: Αγγελική Μενεδιάτου, Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας και Άγγελος Κουκλινός, Ψυχίατρος